Piranha Fish Οι e-ξερευνητές της γνώσης

Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ... Η ΑΣΤΟΡΓΙΑ ΕΙΝΑΙ (απουσία τρυφερότητας ή οικογενειακής αγάπης).

 


Το Νυφικό από Κουρέλια
 Την έλεγαν Σοφία. Χήρα από τα 25. Ο άντρας της, ο Κοσμάς, χάθηκε στα τάγματα εργασίας στην Αμάσεια. Δεν γύρισε ποτέ. Της έμεινε μόνο η βέρα του - την είχε κρυμμένη στο μαντήλι της, στο καράβι.
Στην Ελλάδα, στη Νέα Ιωνία, έμενε σε μια παράγκα με την κόρη της. Τη Μαρία. 18 χρονών έγινε η Μαρία. Όμορφη σαν τον Πόντο. Μάτια σαν τη θάλασσα της Κερασούντας και ήρθε ο γαμπρός. Ο Γιάννης. Παιδί προσφύγων κι αυτός. Δούλευε στην υφαντουργία. Τίμιος. Εργατικός. «Θα την έχω βασίλισσα», είπε στη Σοφία.
Η Σοφία χάρηκε. Μετά έκλαψε. Γιατί δεν είχε προίκα. Δεν είχε νυφικό. Δεν είχε τίποτα.
Στην παράγκα υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι, μια κατσαρόλα, και η εικόνα της Παναγίας.
«Μάνα, δεν θέλω νυφικό», είπε η Μαρία. «Θα παντρευτώ με το καλό μου φουστάνι.»
Η Σοφία δεν απάντησε. Το βράδυ, όταν η Μαρία κοιμήθηκε, άνοιξε το μπαούλο. Το μοναδικό που έσωσε από τον Πόντο.
Μέσα είχε κουρέλια.
Για 3 μήνες, κάθε νύχτα μετά το καπνομάγαζο, η Σοφία έραβε.
Μάζεψε άσπρα σεντόνια από τις γειτόνισσες. «Για τη Μαρία μου», έλεγε και της τα έδιναν.
Ξήλωσε τη δική της παλιά πουκαμίσα του γάμου. Την είχε φορέσει το 1910 στην Κερασούντα. Ήταν κίτρινη πια, από τα χρόνια. Αλλά η δαντέλα έμενε.
Από μια νύφη της γειτονιάς ζήτησε το πέπλο. «Θα στο γυρίσω», είπε.  Η νύφη της το έδωσε. «Κράτα το, θεία Σοφία. Χαρίσμα.»
Κεντούσε με κλωστή που έβγαζε από παλιά σακιά. Κεντούσε πουλιά. Κεντούσε λουλούδια. Κεντούσε την Παναγία Σουμελά στο στήθος.
«Να σε φυλάει», μουρμούριζε. «Όπως φύλαξε εμένα στο καράβι.»
Τα δάχτυλα μάτωναν. Τα μάτια θόλωναν από τη λάμπα πετρελαίου. Αλλά έραβε.
Η μέρα του γάμου ήρθε. Σεπτέμβρης του 1935.
Η Μαρία ξύπνησε και είδε το νυφικό κρεμασμένο στην πόρτα άσπρο με δαντέλα στο μανίκι, με κεντημένη Παναγία, με πέπλο που έφτανε στο πάτωμα.
Έβαλε το χέρι στο στόμα. «Μάνα… πώς;»
Η Σοφία στεκόταν στην πόρτα. Με το μαύρο μαντήλι. Αδύνατη. Γερασμένη. Αλλά με μάτια που έλαμπαν.
«Από κουρέλια, κόρη μου», είπε. «Αλλά με αγάπη. Στον Πόντο, και από το τίποτα κάναμε πλούτη.»
Η Μαρία φόρεσε το νυφικό. Της πήγαινε γάντι. Σαν να το έραψε η καλύτερη μοδίστρα της Τραπεζούντας.
Όταν βγήκε στην αυλή, οι γειτόνισσες σταυροκοπήθηκαν.
«Παναΐα μου, πριγκίπισσα!» φώναξε η Κυρά-Καλλιόπη.
«Από πού το πήρες, Σοφία;»
«Από τον Πόντο το έφερα», είπε η Σοφία και δεν είπε ψέματα.
Στην εκκλησιά, ο παπάς τα είπε: «Ησάΐα, χόρευε…»
Ο Γιάννης κοίταζε τη Μαρία και δεν πίστευε στα μάτια του.
Το βράδυ, στο γλέντι, στην αλάνα, ο λυράρης έπαιξε «Την πατρίδα μ’ έχασα».
Η Σοφία χόρεψε. Ξυπόλητη. Με το μαύρο μαντήλι να ανεμίζει.
«Για την κόρη μου», φώναξε. «Για τον Πόντο!»
Το νυφικό φυλάχτηκε. Η Μαρία το έδωσε στην κόρη της το 1960. Η κόρη στην εγγονή το 1985.
Αξία: Ανεκτίμητη.»
Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου.
Από το τίποτα έφτιαχναν παράδεισο.
Γιατί είχαν μάθει: «Η φτώχεια δεν είναι ντροπή, η αστοργία είναι.» και η Σοφία, μέχρι που πέθανε το 1970, έλεγε στις εγγονές της:
«Όταν δεν έχεις μετάξι, ράβεις με την ψυχή και βγαίνει καλύτερο.»

 


Ας ακούσουμε ένα παραμύθι στην Ποντιακή διάλεκτο.

 





Η Ποντιακή είναι μία διάλεκτος της Ελληνικής γλώσσας.
Μιλιέται από μεγάλο αριθμό Ελλήνων, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπου εγκαταστάθηκαν οι Πόντιοι μετά τον ξεριζωμό τους από τα εδάφη του Εύξεινου Πόντου.
Μιλιέται ακόμη και σήμερα σε πολλές περιοχές του Πόντου από Μουσουλμάνους, Τούρκους πολίτες, απογόνους των Ελλήνων Ποντίων, αλλά και σε μέρη της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Γεωργίας και άλλων χωρών όπου επίσης εγκαταστάθηκαν Πόντιοι μετά το 1916.
Φυσικά η πατρίδα της ποντιακής διαλέκτου είναι ο Πόντος.



























 

 

 

 

 

 

ΚΛΙΚ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΤΕ ΤΟ ESCAPE ROOM


 Ο όρος σκιώδης, -ης, -ες (επίθετο) περιγράφει κάτι που μοιάζει με σκιά, δεν είναι πλήρως ορατό, πραγματικό ή επίσημο. Χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά για να δηλώσει κάτι ασαφές, κρυφό ή υποδεέστερο. 

 


ΠΥΚΝΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΡΑΙΩΜΑΤΑ ΗΧΗΤΙΚΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ
1. Τι είναι ο Ήχος & Πώς Διαδίδεται 
  • Παραγωγή: Ο ήχος παράγεται όταν ένα σώμα ταλαντώνεται (τρέμει), π.χ. μια χορδή κιθάρας.
  • Διάδοση: Διαδίδεται μέσω πυκνωμάτων και αραιωμάτων των μορίων του μέσου (αέρας, νερό, στερεά).
  • Κύμα: Είναι διαμήκες μηχανικό κύμα. 
2. Μέσα Διάδοσης
Ο ήχος διαδίδεται σε όλα τα υλικά σώματα
  • Αέρια (π.χ. αέρας): Ο πιο συνηθισμένος τρόπος.
  • Υγρά (π.χ. νερό): Ο ήχος ταξιδεύει καλύτερα στο νερό παρά στον αέρα.
  • Στερεά (π.χ. μέταλλο, ξύλο): Ο ήχος ταξιδεύει ακόμα πιο γρήγορα.
  • Κενό: Ο ήχος ΔΕΝ διαδίδεται στο κενό, γιατί χρειάζεται μόρια για να μεταφέρουν την ενέργεια. 
3. Ταχύτητα Διάδοσης
Η ταχύτητα εξαρτάται από το μέσο:
  • Ταχύτητα αέρα: Περίπου \(340 \text{ m/s}\).
  • Σειρά ταχύτητας: Στερεά > Υγρά > Αέρια. 
4. Βασικά Σημεία
  • Ο ήχος διαδίδεται προς όλες τις κατευθύνσεις από την πηγή.
  • Η αστραπή φαίνεται πριν τη βροντή, γιατί το φως είναι ταχύτερο από τον ήχο. 

 

 

 Απόσπασμα «Η Μητέρα μου»: 

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο – καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

– Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 1961

 

"ΩΡΕΣ ΜΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ " ΛΙΤΣΑ ΨΑΡΑΥΤΗ